τοιοῦτος


τοιοῦτος
3 такой

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τοιοῦτος" в других словарях:

  • τοιοῦτος — such as this masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοιούτος — αύτη, ο / τοιοῡτος, αύτη, ον, ΝΜΑ, και αιολ. τ. τέουτος, αύτα, ον, και επιτεταμένος τ. τού ουδ. πληθ. τοιαυτί, Α (δεικτ. αντων.) τέτοιου είδους, τέτοιας λογής, τέτοιος («ὁ τοιοῡτος ὤν καὶ ἐοικέναι τοῑς τοιούτοις», Πλάτ.) νεοελλ. 1. το αρσ. ως ουσ …   Dictionary of Greek

  • Οἱος ὁ βίος τοιοῦτος καὶ ὁ λόγος. — См. Знать человека по речам …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • τοιούτοιν — τοιοῦτος such as this masc gen/dat dual τοιοῦτος such as this neut dat dual τοιοῦτος such as this neut gen dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοιούτω — τοιοῦτος such as this masc nom/voc/acc dual τοιοῦτος such as this masc gen sg (doric aeolic) τοιοῦτος such as this neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοιούτοις — τοιοῦτος such as this masc dat pl τοιοῦτος such as this neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοιούτοισι — τοιοῦτος such as this masc dat pl (epic ionic aeolic) τοιοῦτος such as this neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοιούτοισιν — τοιοῦτος such as this masc dat pl (epic ionic aeolic) τοιοῦτος such as this neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοιούτου — τοιοῦτος such as this masc gen sg τοιοῦτος such as this neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοιούτων — τοιοῦτος such as this masc gen pl τοιοῦτος such as this neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοιούτῳ — τοιοῦτος such as this masc dat sg τοιοῦτος such as this neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)